Akylas

Ferto

Akylas
Greek translation icon 16 translations icon 16
icon
Original lyrics
Translation

Ferto

Πρέπει να παίξω, δεν θα πάω πάσο
Mi ambición es fuego, nunca fracaso
No hay limite, todo lo arraso
Κυνηγάω τα πάντα µέχρι να τα φτάσω
 
Θέλω ένα στέµµα κι έναν θρόνο να κάτσω
Ένα µπλοκ επιταγών και check σε όλους να γράψω
Φέρε µου ένα ποτό που θέλω να ξεδιψάσω
Φέρτα µου όλα, όλα πάλι δε θα χορτάσω
 
Real estate, φέρτο
Sashimi tuna, φέρτο
Χρυσό ρολόι, γυαλί designer σου λέω φέρτο
Leather παλτό, φέρτο
Και escargot, φέρτο
Rally cars, yacht µε stars, σου είπα φέρτο
 
(Φέρτο, φέρτο, φέρτο)
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Σου είπα φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
 
Je veux le sommet, pas juste un pas,
Rien ne me suffit, je réclame tout ça.
Ακόµη κι όλα δεν είναι αρκετά
Θέλω τόσα πολλά που δεν είναι απτά
Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά
Ρούχα επιλεγµένα που ‘ναι τόσο ακριβά
Να φωνάζουν το όνοµά µου τόσο δυνατά
Και να χορεύω, χορεύω όσο πάω ψηλά
 
(Diamond rings) - φέρτο
(Cuban links) - φέρτο
(Submarines, jet machines) - θέλω, οπότε φέρτο
(Γη κι ουρανό) - φέρτο
(Τον κόσµο όλο) - φέρτο
(Εντός κι εκτός πλανήτη) - αν δεν το 'χω φέρτο
 
(Φέρτο, φέρτο)
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Σου είπα φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
 
Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά
Ρούχα επιλεγµένα που ‘ναι τόσο ακριβά
Να φωνάζουν το όνοµά µου τόσο δυνατά
Να λένε «φέρτο μας, Ακύλα, φέρτο»
 
Κοίτα, µαµά
Όσα στερηθήκαµε παλιά
Νιώθω πως θα καταφέρω να προσφέρω
Μη µας λείψει κάτι ξανά
Δες µε, µαµά
Αγοράζω να κλείσω κενά
Θα σου πάρω και σένα πολλά
Σπίτια, αµάξια και εξοχικά
 
Βέβαια, αν κερδίσω
Whatever, κατάλαβες, οπότε...
 
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Σου είπα φέρτο
 

Φέρτο

Πρέπει να παίξω, δεν θα πάω πάσο
Η φιλοδοξία μου είναι φλόγα, ποτέ δεν αποτυγχάνω
Δεν υπάρχουν όρια, τα καταστρέφω όλα
Κυνηγάω τα πάντα µέχρι να τα φτάσω
 
Θέλω ένα στέµµα κι έναν θρόνο να κάτσω
Ένα µπλοκ επιταγών και τσεκ σε όλους να γράψω
Φέρε µου ένα ποτό που θέλω να ξεδιψάσω
Φέρτα µου όλα, όλα πάλι δε θα χορτάσω
 
Ακίνητα, φέρτο
Τόνο sashimi1, φέρτο
Χρυσό ρολόι, επώνυμο γυαλί σου λέω φέρτο
Δερμάτινο παλτό, φέρτο
Και escargot2, φέρτο
Αγωνιστικά αυτοκίνητα, γιοτ µε αστέρια, σου είπα φέρτο
 
(Φέρτο, φέρτο, φέρτο)
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Σου είπα φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
 
Θέλω την κορυφή, όχι μόνο ένα βήμα,
Τίποτα δεν μου αρκεί, τα θέλω όλα.
Ακόµη κι όλα δεν είναι αρκετά
Θέλω τόσα πολλά που δεν είναι απτά
Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά
Ρούχα επιλεγµένα που ‘ναι τόσο ακριβά
Να φωνάζουν το όνοµά µου τόσο δυνατά
Και να χορεύω, χορεύω όσο πάω ψηλά
 
(Διαμαντένια δαχτυλίδια) - φέρτο
(Cuban links3) - φέρτο
(Υποβρύχια, αεροπλάνα τζετ) - θέλω, οπότε φέρτο
(Γη κι ουρανό) - φέρτο
(Τον κόσµο όλο) - φέρτο
(Εντός κι εκτός πλανήτη) - αν δεν το 'χω φέρτο
 
(Φέρτο, φέρτο)
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Σου είπα φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
 
Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά
Ρούχα επιλεγµένα που ‘ναι τόσο ακριβά
Να φωνάζουν το όνοµά µου τόσο δυνατά
Να λένε «φέρτο μας, Ακύλα, φέρτο»
 
Κοίτα, µαµά
Όσα στερηθήκαµε παλιά
Νιώθω πως θα καταφέρω να προσφέρω
Μη µας λείψει κάτι ξανά
Δες µε, µαµά
Αγοράζω να κλείσω κενά
Θα σου πάρω και σένα πολλά
Σπίτια, αµάξια και εξοχικά
 
Βέβαια, αν κερδίσω
Τέλος πάντων, κατάλαβες, οπότε...
 
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Φέρτο μου, φέρτο μου, φέρτο
Σου είπα φέρτο
 
  • 1. (刺身) Ιαπωνική συνταγή από φιλέτο τόνου κομμένο σε φέτες συνοδευμένο συχνά με σος σόγιας.
  • 2. Μαγειρεμένα σαλιγκάρια, εκλεκτό ορεκτικό, κυρίως στη γαλλική κουζίνα, αλλά και σε άλλες μεσογειακές χώρες. Συνήθως σερβίρονται με βούτυρο, σκόρδο και μαϊντανό.
  • 3. Ένα είδος αλυσίδας λαιμού που χαρακτηρίζεται από αλληλοσυνδεόμενους, ομοιόμορφους και οβάλ κρίκους που δημιουργούν μια παχιά εμφάνιση σαν σχοινί.
expand collapse Translation details
Dimi Chris Dimi Chris
submitted on 1 Feb 2026 - 20:13
Give a shoutout to Dimi Chris
Play video with subtitles